ΠΕΙΡΑΙΑΣ

  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΙΡΑΙΑΣ-1
  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΙΡΑΙΑΣ-2
  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΙΡΑΙΑΣ-3

ΙΣΤΟΡΙΑ

Όσο άρρηκτα είναι συνδεδεμένη η ιστορική εξέλιξη του Πειραιά με αυτή της Αθήνας, άλλο τόσο συνυφασμένη είναι και η ιστορία των δύο πόλεων. Χάρη στα τρία λιμάνια του, ο Πειραιάς λειτούργησε ως επίνειο της Αθήνας ήδη από την αρχαιότητα. Κατά τους κλασικούς και τους ελληνιστικούς χρόνους γνώρισε μεγάλη ακμή, ενώ από τους ρωμαϊκούς χρόνους άρχισε να παρακμάζει και να φτάσει την περίοδο του Βυζαντίου, της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας, να αποτελεί ένα σχεδόν ασήμαντο λιμάνι.
Μετά την ίδρυση, όμως, του νέου ελληνικού κράτους και τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα, η ανάπτυξή του υπήρξε τουλάχιστον εντυπωσιακή. Με την ανάπτυξη αυτή άρχισε να γίνεται πόλος έλξης μεταναστών. Δεν είναι τυχαία τα ονόματα που έχουν κάποιες από τις συνοικίες του, που δηλώνουν την προέλευση των κατοίκων, όπως τα Υδραίικα, ή τα Μανιάτικα. Μεγάλη ώθηση στην οικονομική του ανάπτυξη έδωσε η έλευση στην Ελλάδα των προσφύγων από την Μικρά Ασία μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, πολλοί εκ των οποίων εγκαταστάθηκαν στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά. Η ανάπτυξη του πρώτου λιμένα της χώρας εξακολουθεί μέχρι τις μέρες μας.

ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ
Είναι ευρέως διαδεδομένο ότι η ονομασία Πειραιεύς προέρχεται από τη λέξη «πέραν», με την έννοια της μακρινής ή αντικρινής στεριάς. Άλλοι υποστηρίζουν ότι το όνομα προέρχεται από το «δια περάν» ή «πέραν ρέω» και το ρήμα περαιώ, διαπεραιώνω, δηλαδή μεταφέρω ανθρώπους από μια ξηρά σε άλλη, στηριζόμενοι στο γεγονός ότι η περιοχή χωριζόταν από τα παράλια της Αττικής με μια ελώδη περιοχή, το Αλιπέδιο, στην περιοχή ακριβώς που βρίσκεται σήμερα το Φάληρο. Αλλά, όπως έχουν δείξει οι γεωλογικές έρευνες, παλαιότερα ο Πειραιάς ήταν πράγματι νησί. Ενώθηκε με τις ακτές της Αττικής κατά τη διάρκεια του Τεταρτογενούς, από τις προσχώσεις του ποταμού Κηφισού στο σημερινό Μοσχάτο και το Φαληρικό Δέλτα. Πρώτοι κάτοικοι της περιοχής, θεωρούνται οι Μινύες, λαός ορμώμενος από την Βοιωτία. Οι Μινύες εγκατέλειψαν τα πάτρια εδάφη τους, την περιοχή του Ορχομενού, λόγω των επιδρομών από Θρακικά φύλα. Σύμφωνα με αυτά που αναφέρει ο Ευριπίδης στο έργο του Ιππόλυτος, οι Μινύες τελικά κατέληξαν στον λόφο της Καστέλας τον οποίο οχύρωσαν και του έδωσαν το όνομα Μουνιχία προς τιμήν του ήρωα αρχηγού τους Μούνιχου. Στα ιστορικά χρόνια ο Πειραιάς πρωτοαναφέρεται το 510 π.Χ. σε κείμενα σχετικά με τις γνωστές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη. Η διοικητική διαίρεση της πόλης κράτους των Αθηνών σε 10 φυλές και 176 δήμους τον συμπεριέλαβε ως έδρα του δήμου Ιπποθοωντίδος. Ο Θεμιστοκλής ήταν ο πρώτος που συνειδητοποίησε τη στρατηγική θέση του Πειραιά με τα τρία φυσικά του λιμάνια και το 493 π.Χ., όταν εκλέχτηκε άρχοντας των Αθηνών, ξεκίνησε τα πρώτα μεγάλα λιμενικά και οχυρωματικά έργα στην περιοχή. Έτσι φτάνουμε στο 470 π.Χ. και το μήκος των τειχών του Πειραιά ξεπερνούσε τα 60 στάδια (11 χλμ.).

ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ
Το κεντρικό λιμάνι είχε χωριστεί σε εμπορικό και πολεμικό, με δυνατότητα φιλοξενίας έως και 400 πλοίων. Βρισκόταν μεταξύ του σημερινού κεντρικού λιμένα και της ακτής Μιαούλη και ονομαζόταν Κάνθαρος. Η είσοδός του από τη θάλασσα προστατευόταν από δυο μεγάλους πύργους οι οποίοι άφηναν μεταξύ τους μόνο ένα μικρό πέρασμα, το οποίο κάθε βράδυ έκλεινε με χοντρή αλυσίδα για λόγους ασφαλείας. Το λιμάνι του Κάνθαρου εξυπηρετούσε και το εξαγωγικό εμπόριο των Αθηναίων. Τα κυριότερα προϊόντα που διακινούνταν ήταν κρασί, ελαιόλαδο, μέλι, είδη αγγειοπλαστικής και μέταλλα από τα μεταλλεία του Λαυρίου. Πάντως, το καθ’ εαυτό πολεμικό λιμάνι ήταν το δεύτερο σε μέγεθος και το πιο νότιο, ο λιμήν Ζέας. Σε αυτό στηριζόταν η θαλασσοκρατορία του αθηναϊκού κράτους, με τους 196 νεώσοικους (ταρσανάδες), που ήταν τοποθετημένοι κυκλικά γύρω από την ακτογραμμή. Εδώ επισκευάζονταν και αρματώνονταν οι πολεμικές τριήρεις, ή ναυπηγούνταν νέες όταν το απαιτούσαν οι περιστάσεις.

Η ΙΠΠΟΔΑΜΕΙΟΣ ΑΓΟΡΑ
Ακριβώς επάνω στην γλώσσα στεριάς που χωρίζει το σημερινό κεντρικό λιμάνι του Πειραιά από εκείνο της Ζέας οικοδομήθηκε κατά τους κλασικούς χρόνους, το 460 π.Χ., η περίφημη Ιπποδάμειος Αγορά. Ήταν μάλλον ένα φυσιολογικό επακόλουθο, αφού στα χρόνια της ακμής του ο Πειραιάς είχε συγκεντρώσει μια υπολογίσιμη πολεμική και εμπορική δύναμη. Η Ιπποδάμειος Αγορά απευθυνόταν αποκλειστικά στους ντόπιους πολίτες και αποτελούσε την καθωσπρέπει αγορά της πόλης, αφού υπήρχε και άλλη αγορά στο λιμάνι του Κάνθαρου, στην οποία σύχναζαν ξένοι, ναυτικοί και όλες εκείνες οι κοινωνικές ομάδες που καθιστούν μια γειτονιά του λιμανιού κακόφημη. Το όνομα της αγοράς προήλθε από τον σχεδιαστή της, τον αρχιτέκτονα Ιππόδαμο τον Μιλήσιο, ο οποίος καθιέρωσε και το ομώνυμο πολεοδομικό σύστημα που βασιζόταν στη χάραξη παράλληλων δρόμων που τέμνονται κάθετα ώστε να δημιουργούνται οικοδομικά τετράγωνα και πλατείες. Την Ιπποδάμειο Αγορά κοσμούσαν μεγαλόπρεπα δημόσια κτίρια, όπως το ιερό της Εστίας, το Αγορανομείο, το Βουλευτήριο και το Στολαρχείο. Σήμερα, μεταξύ των οδών Χαριλάου Τρικούπη, 2ας Μεραρχίας και Σωτήρος, εκεί όπου βρισκόταν η αγορά, δεν σώζεται τίποτα που να προδίδει την αίγλη του παρελθόντος.

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
Είναι χτυπητή αντίθεση το γεγονός ότι στην Αθήνα σώζονται τόσα μνημεία του παρελθόντος ενώ στον Πειραιά, αν εξαιρέσει κανείς τους ελάχιστους αρχαιολογικούς χώρους, τίποτα δεν φανερώνει την τόσο σημαντική παράλληλη ιστορία της περιοχής. Το 1676 οι περιηγητές Spon και Wheler έγραφαν στις ταξιδιωτικές τους σημειώσεις: «δεν απομένει πλέον τίποτε από την πόλιν του Πειραιώς, ουδέ από τας ωραίας εκείνας στοάς ων κάμνει μνεία ο Παυσανίας». Στο ίδιο κλίμα και οι εντυπώσεις που είχε ο Γάλλος πολιτικός, περιηγητής και συγγραφέας Chateubriand, το 1806. Για όλα όμως υπάρχει μια εξήγηση. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση την απάντηση δίνει η ίδια η ιστορία. Την εποχή που οι Ρωμαίοι πολεμούσαν τον εξελληνισμένο βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη, οι Αθηναίοι τάχθηκαν στο πλευρό του δεύτερου. Έτσι, το 86 π.Χ. οι λεγεώνες του ρωμαίου στρατηγού Σύλλα, αφού νίκησαν τον στρατό του Μιθριδάτη και των συμμάχων του, αποβιβάστηκαν στο λιμάνι του Πειραιά και κατέστρεψαν όλες τις λιμενικές υποδομές. Από τη μανία των Ρωμαίων δεν γλύτωσαν και τα πάμπολλα μνημεία του Πειραιά. Τα τείχη του Κόνωνα και του Θεμιστοκλή, τα Μακρά τείχη που ένωναν την Αθήνα με τον Πειραιά, οι στοές, τα ιερά, οι νεώσοικοι, η σκευοθήκη του Φίλωνος, η Ιπποδάμειος Αγορά -όλα κατέληξαν μια μάζα ερειπίων. Μετά από αυτή την καταστροφή ο Πειραιάς έχασε το ρόλο του σαν ένα υπερ-ασφαλές λιμάνι και βρισκόταν ανοχύρωτος στο έλεος κάθε πειρατή από τη θάλασσα και κάθε βάρβαρου επιδρομέα από την ξηρά. Το 267 μ.Χ. οι Γότθοι-Έρουλοι λεηλατούσαν για πολλές εβδομάδες την πόλη, ενώ έναν αιώνα αργότερα, το 395 μ.Χ., οι Βησιγότθοι του Αλάριχου Α’ δεν άφησαν λίθον επί λίθου. Οι αιώνες πέρασαν χωρίς ο Πειραιάς να μπορέσει να συνέλθει ουσιαστικά. Στα χρόνια του Βυζαντίου και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγινε γνωστός με την ονομασία Πόρτο Δράκο και Πόρτο Λεόνε. Η ονομασία Πόρτο Λεόνε, δηλαδή Λιμάνι του Λιονταριού ή των Λιονταριών, εμφανίζεται σε ναυτικό χάρτη του Γενοβέζου Πέτρο Βισκόντι το 1318 και οφείλεται στον γνωστό Λέοντα του Πειραιά, το μαρμάρινο λιοντάρι που βρισκόταν κοντά στην είσοδο του λιμανιού.

ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ
Το 1834, μετά την απελευθέρωση, η πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα και μια νέα εποχή άνθισης άρχισε για τον Πειραιά, αφού η νέα πρωτεύουσα θα έπρεπε να έχει ένα λιμάνι αντάξιό της. Έτσι στα χρόνια που ακολούθησαν ο Πειραιάς γνώρισε πυρετώδη δημογραφική, οικιστική, εμπορική και βιομηχανική ανάπτυξη. Στις αρχές του 20ού αιώνα, προσέλκυσε κόσμο από τα νησιά του Σαρωνικού, των Κυκλάδων, τη Χίο, την Κρήτη και την Μάνη. Την ανάπτυξη ακολούθησε η αναβάθμιση των υποδομών. Μόνιμες δεξαμενές κατασκευάστηκαν στην Ηετιώνεια Ακτή και θεμελιώθηκε το υπέροχο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά.

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ & ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ
Η Μικρασιατική καταστροφή του 1922 και ο ξεριζωμός του Ελληνισμού από την Μικρά Ασία, είχε ως αποτέλεσμα να δεχθεί ο Πειραιάς έναν σημαντικό αριθμό προσφύγων και ο πληθυσμός διπλασιάστηκε. Αυτό, όμως, που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι το προσφυγικό στοιχείο συνέβαλλε ουσιαστικά στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας, αλλά και του πολιτισμικού χαρακτήρα της πόλης. Τελευταία περιπέτεια του Πειραιά ήταν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, στη διάρκεια του οποίου δέχθηκε επανειλημμένως βομβαρδισμούς. Το τέλος του πολέμου σήμανε την έναρξη της ανασυγκρότησης της πόλης, η οποία, σε συνδυασμό με τις επιδόσεις της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας και την ανάδειξή της σε παγκόσμια δύναμη μεταπολεμικά, μετέτρεψε τον Πειραιά στο μεγαλύτερο λιμάνι της Ανατολικής Μεσογείου.